Οργισμένος με τον συζυγοκτόνο της Δράμας εμφανίστηκε ο θείος της 45χρονης που έπεσε νεκρή από τις 7 μαχαιριές που της κατάφερε ο δράστης.

Όπως είπε στον ΑΝΤ1 το πρωί της Τετάρτης για το ζευγάρι «τον τελευταίο καιρό δεν περνούσαν καλά» προσθέτοντας για τον αστυνομιικό-δράστη ότι «την απειλούσε (σ.σ. την ανιψιά του) όλη την ώρα ότι θα αυτοκτονήσει. Αυτή ήθελε να τον χωρίσει γιατί δεν πήγαινε άλλο».

Περιγράφοντας ξανά τι συνέβη δύο εβδομάδες πριν τη δολοφονία, ο θείος της 45χρονης Αντιγόνης είπε «το μεσημέρι μόλις τελείωσε από την υπηρεσία ενώ κοιμόταν πήγε αυτός με το πιστόλι από πάνω και την ξύπνησε και της είπε ότι είναι οπλισμένο και αυτή πάνω στον πανικό της έφυγε και πήγε στην αδερφή της. Μετά κατάλαβε ότι είναι και ο γιος της στο σπίτι και έστειλε την αδερφή να πάει να πάρει το παιδί».

«Μετά μίλησε με την ψυχολόγο της και της είπε να αλλάξει κλειδαριά στο σπίτι αλλά αυτός την "πολιορκούσε" όλη την ώρα. Η ανίψια μου πίστευε ότι θα της κάνει κακό. Της είπα να του κάνει καταγγελία και να το πει στην υπηρεσία, αυτή μου είπε ότι ενημέρωσε τον προϊστάμενο και αυτός της είπε "θα τον βοηθήσουμε"» πρόσθεσε ο θείος.

«Όταν ένας άνθρωπος απειλεί κάποιον με πιστόλι αυτός ο άνθρωπος θέλει διαφορετική θεραπεία Τον τελευταίο καιρό αν τον βλέπατε και έξω στους δρόμους ήταν σε άθλια κατάσταση. Δηλαδή αυτοί οι αστυνομικοί που ήταν εκεί δεν τον έβλεπαν, ήταν τυφλοί; Δεν τους ενδιέφερε» συμπλήρωσε, προσθέτοντας ότι «η ανιψιά μου είπε σε ορισμένους συναδέλφους της ότι φοβάται για τη ζωή της».

Μιλώντας για το τελευταίο δίμηνο στο οποίο ο δράστης έμενε με τη μητέρα του, ο θείος της 45χρονης είπε ότι «στην αρχή είχε κλειδιά αλλά από τότε που έγινε η φάση με το πιστόλι είχε αλλάξει κλειδαριά αλλά πάλει έβρισκε δικαιολογία για να δει το παιδί του»

Όσον αφορά την ημέρα της δολοφονίας είπε «αυτή κοιμόταν στο υπόγειο επειδή είχε δροσιά, Όπως κοιμόταν της επιτέθηκε. Έδειξε τον εγωισμό του, ότι είναι άνανδρος μπήκε την ώρα που κοιμόταν και την μαχαίρωσε ενώ για τον εαυτό του χρησιμοποίησε μια σφαίρα, Την κατέσφαξε. Ακούω που λένε ότι τη ζήλευε. Δεν την ζήλευε αυτό ήταν σαν αρρώστια, την έβλεπε σαν ανώτερη από αυτόν και ένιωθε μειονεκτικά. Δεν ήθελε να την βλέπει ευτυχισμένη, τρελαινόταν. Όταν την έβλεπε να γελάει της έλεγε "μόνο που σε βλέπω χαρούμενη, τρελαίνομαι", τέτοια αρρώστια είχε. Φίλοι και συνάδελφοι έπαιρναν την ανιψιά μου για να της αλλάξουν γνώμη. Ο ίδιος έβαζε τους πάντες , αφού το Σάββατο πήγε στην αδερφή της και λέει "δεν μπορώ άλλο χωρίς (σ.σ. την 45χρονη) αλλά κανείς δεν πίστευε ότι θα κάνει τέτοιο κακό»