Με σκληρή ανακοίνωση, η οποία ωστόσο βρίθει αβάσιμων χαρακτηρισμών, απάντησε το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών στην έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία, κάνοντας λόγο για «ιδεολογικά κλισέ» ευρωβουλευτών, αλλά και... για παροχή «εδάφους σε τρομοκρατικές οργανώσεις».

Η αντίδραση της Άγκυρας ήρθε λίγες ώρες μετά την υπερψήφιση της έκθεσης που ασκεί δριμεία κριτική στην κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τόσο για ζητήματα κράτους δικαίου και πολιτικών ελευθεριών όσο και για τη στάση της έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου.

Στην ανακοίνωσή του, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών επιχειρεί να παρουσιάσει την έκθεση ως πολιτικά μεροληπτική, κατηγορώντας μέρος των ευρωβουλευτών ότι επαναλαμβάνουν «ιδεολογικά κλισέ» και ότι αγνοούν τις θέσεις της τουρκικής πλευράς.

❝Mesnetsiz ithamları kesin bir dille reddediyoruz❞

Dışişleri Bakanlığı, Avrupa Parlamentosu Genel Kurulu’nda kabul edilen 2025 Yılı Türkiye Raporu hakkında açıklama yaptı ⤵️

— (Rapor) Ülkemiz karşıtı çevrelerin temelsiz iddialarına ve yanlış bilgilere dayanan, gerçeklerle… pic.twitter.com/LjWTg1mXP8— Anadolu Ajansı (@anadoluajansi) June 17, 2026

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αναφορά περί «εδάφους σε τρομοκρατικές οργανώσεις», με την οποία η τουρκική πλευρά επιχειρεί να συνδέσει την ευρωπαϊκή κριτική με ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας και τρομοκρατίας. Πρόκειται για γνώριμη ρητορική της τουρκικής διπλωματίας, η οποία συχνά αποδίδει τις ευρωπαϊκές επικρίσεις για δικαιώματα, ελευθερίες και αντιπολίτευση σε μονομερή ή εχθρική ανάγνωση των εξελίξεων στο εσωτερικό της χώρας.

Στην απάντηση του τουρκικού ΥΠΕΞ σημειώνονται τα παρακάτω:

Η έκθεση περιέχει εκτιμήσεις που βασίζονται σε αβάσιμους ισχυρισμούς και παραπληροφόρηση από κύκλους εχθρικούς προς τη χώρα μας και δεν συνάδουν με τα γεγονότα.

Είναι προφανές ότι συντάχθηκε στο πλαίσιο μιας σκόπιμης πολιτικής ατζέντας που αντανακλά τα ιδεολογικά κλισέ ορισμένων μελών του ΕΚ.

Είναι σαφές ότι η έκθεση αποσκοπεί να επισκιάσει την τρέχουσα θετική ατζέντα, σε μια περίοδο κατά την οποία η στρατηγική σημασία των σχέσεων Τουρκίας-ΕΕ αυξάνεται ολοένα και περισσότερο.

Αυτή η προσέγγιση, η οποία παρέχει έδαφος σε τρομοκρατικές οργανώσεις και κύκλους εχθρικούς προς την Τουρκία, αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο μακριά βρίσκεται το ΕΚ από την παρουσίαση ενός στρατηγικού οράματος για το μέλλον των σχέσεων Τουρκίας-ΕΕ.

Απορρίπτουμε κατηγορηματικά και με τον πιο έντονο τρόπο τη στοχοποίηση του αξιότιμου Υπουργού Δικαιοσύνης μας με αβάσιμες κατηγορίες, μέσω της διαστρέβλωσης των νομικών διαδικασιών που διεξάγονται από την ανεξάρτητη τουρκική δικαιοσύνη.

Η τουρκική δικαιοσύνη δεν δέχεται καμία παρέμβαση από οποιονδήποτε διεθνή θεσμό, εξωτερικό παράγοντα ή πολιτικό κύκλο.

Ράπισμα στην Τουρκία για «Γαλάζια Πατρίδα», 12 μίλια και casus belli
Υπενθυμίζεται ότι με ευρεία πλειοψηφία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η ετήσια έκθεση για την Τουρκία, στην οποία επισημαίνεται ότι η απόσταση της Άγκυρας από τις αρχές, τις αξίες και τα στρατηγικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευρύνεται. Η έκθεση υπερψηφίστηκε με 381 ψήφους, ενώ καταγράφηκαν 107 αρνητικές ψήφοι και 171 αποχές.

Παράλληλα εκφράζεται η ανησυχία για τη διατήρηση του casus belli κατά της Ελλάδας, ενώ ασκείται και κριτική για τη συνεχιζόμενη παραβίαση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών της ΕΕ, ιδίως της Ελλάδας και της Κύπρου.

Το κείμενο, το οποίο εκπονήθηκε από τον Ισπανό ευρωβουλευτή των Σοσιαλιστών Νάτσο Σάντσες Αμόρ, υπενθυμίζει ότι οι ενταξιακές συνομιλίες της Τουρκίας με την ΕΕ παραμένουν «παγωμένες από το 2018», εξαιτίας των προβλημάτων που καταγράφονται στον τομέα του κράτους δικαίου.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι, λόγω της «έλλειψης προόδου» αλλά και της «οπισθοδρόμησης της δημοκρατίας» στην Τουρκία, «η διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ δεν μπορεί να επανακκινήσει υπό τις παρούσες συνθήκες».

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτους δικαίου, με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να περιγράφει την κατάσταση ως «δεινή» και να κάνει λόγο για συνεχιζόμενη «δημοκρατική οπισθοδρόμηση». Παράλληλα, επισημαίνεται ότι εξακολουθούν να εφαρμόζονται νομοθετικές ρυθμίσεις και μέτρα τα οποία, σύμφωνα με την έκθεση, περιορίζουν το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Για πρώτη φορά η έκθεση του ΕΚ ασκεί έντονη κριτική στη σιωπή άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ και πολλών κρατών μελών της ΕΕ, απέναντι στη διάβρωση του κράτους δικαίου στην Τουρκία, καλώντας τα να είναι «πιο ηχηρά» σε αυτό το θέμα.

Παράλληλα, το ΕΚ προτρέπει την τουρκική κυβέρνηση, τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη της ΕΕ να συνεχίσουν να εργάζονται, πέρα από την παγωμένη διαδικασία ένταξης, προς μια «στενότερη, πιο δυναμική και στρατηγική εταιρική σχέση». Η έκθεση εξετάζει τις σχέσεις ΕΕ - Τουρκίας πέραν της διαδικασίας προσχώρησης σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος, επαναλαμβάνοντας την έκκλησή της για την επανέναρξη όλων των σχετικών διαλόγων υψηλού επιπέδου για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων, όπως ο εκσυγχρονισμός της τελωνειακής ένωσης. Τονίζεται, επίσης, η σημασία συμμόρφωσης της Τουρκίας με τα εκκρεμή κριτήρια αξιολόγησης για την επανέναρξη της διαδικασίας ελευθέρωσης του καθεστώτος θεωρήσεων (βίζα).

Περιφερειακή συνεργασία και σχέσεις καλής γειτονίας
Το ΕΚ εκφράζει την υποστήριξή του στο διάλογο Ελλάδας-Τουρκίας, όπως η σύνοδος κορυφής Μητσοτάκη-Ερντογάν του Φεβρουαρίου 2026, ως βήμα προς την αποκλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, το ΕΚ επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Τουρκία να υιοθετήσει «εποικοδομητική και όχι διεκδικητική ή επιθετική προσέγγιση» στην περιοχή. Επικρίνει την προώθηση από την Τουρκία του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», εκφράζει βαθιά ανησυχία για τη διατήρηση του casus belli κατά της Ελλάδας, το οποίο χαρακτηρίζει ασύμβατο μεταξύ συμμάχων και καλών γειτόνων, και κατακρίνει τη συνεχιζόμενη παραβίαση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών της ΕΕ, ιδίως της Ελλάδας και της Κύπρου. Παράλληλα, κάνει αναφορά στο δικαίωμα της Ελλάδας να αυξήσει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια. 

Ειδική αναφορά γίνεται στις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, στην «πολιτική εργαλειοποίηση» του συστήματος NAVTEX, στις παρεμβάσεις σε έργα κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος όπως ο Great Sea Interconnector και ο EastMed, στις αντιδράσεις για το ελληνικό θαλάσσιο πάρκο στο Αιγαίο και στην αύξηση των παράνομων αλιευτικών δραστηριοτήτων τουρκικών σκαφών εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Το ΕΚ καλεί εκ νέου την 'Αγκυρα να σεβαστεί πλήρως την κυριαρχία των κρατών-μελών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματός τους να οριοθετούν ΑΟΖ σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και την UNCLOS, ενώ επαναλαμβάνει ότι το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο «παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτες χώρες».

Το ΕΚ τονίζει την ανάγκη τήρησης των συστάσεων της Επιτροπής της Βενετίας, ιδιαίτερα όσον αφορά τις μειονότητες, όπως ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός της Ίμβρου και της Τενέδου, καθώς και τον σεβασμό προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με αναγνώριση της νομικής του προσωπικότητας και του τίτλου του Οικουμενικού Πατριάρχη. Εκφράζουν βαθιά ανησυχία για την έλλειψη προστασίας μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς, όπως η Αγία Σοφία και η Μονή Παναγίας Σουμελά, καθώς και για τις πράξεις βανδαλισμού εναντίον μειονοτικών χώρων λατρείας, ζητώντας την άμεση εφαρμογή των αποφάσεων της UNESCO.

Ασφάλεια και Άμυνα
Στα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας, η έκθεση υπογραμμίζει τη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας για την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, αναγνωρίζοντας τον αυξανόμενο ρόλο της σε περιοχές κρίσιμες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, όπως η Μαύρη Θάλασσα, η Ουκρανία, ο Νότιος Καύκασος και η Μέση Ανατολή, καθώς και τη συμβολή της σε αποστολές διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ. Το ΕΚ τάσσεται υπέρ της περαιτέρω ενίσχυσης της πρακτικής συνεργασίας ΕΕ-Τουρκίας σε θέματα ασφάλειας και άμυνας όπου υπάρχουν κοινά στρατηγικά συμφέροντα, εκφράζει ωστόσο ανησυχία για τη συνεχιζόμενη παρεμπόδιση της συνεργασίας ΕΕ-ΝΑΤΟ από την Άγκυρα μέσω του αποκλεισμού κράτους-μέλους της ΕΕ και καλεί την Τουρκία να εγκαταλείψει αυτή την πρακτική.

Παράλληλα, η έκθεση καταγράφει περαιτέρω επιδείνωση της ευθυγράμμισης της Τουρκίας με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας της ΕΕ, η οποία υποχώρησε από 6% το 2024 σε 4% το 2025, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί. Παρότι χαιρετίζει την εντατικοποίηση του πολιτικού διαλόγου και τη συμμετοχή της Τουρκίας σε αποστολές της ΕΕ, το ΕΚ εκφράζει ανησυχία για την αυξανόμενη αντιδυτική στάση των τουρκικών αρχών και καλεί την Άγκυρα να άρει εμπόδια που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ συμμάχων, όπως η διατήρηση του casus belli κατά κράτους-μέλους της ΕΕ, οι αμφισβητήσεις κυριαρχίας άλλων κρατών και η διατήρηση του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400. Επιπλέον, εκφράζει σοβαρή ανησυχία για την προσέγγιση της Τουρκίας με τους BRICS+ και τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, τονίζοντας ότι ενδεχόμενη πλήρης ένταξη στους BRICS+ είναι θεμελιωδώς ασύμβατη με την ενταξιακή της πορεία προς την ΕΕ.

Παρά τις παραπάνω επιφυλάξεις, το ΕΚ εκτιμά ότι, υπό το φως των γεωπολιτικών εξελίξεων, «θα πρέπει να διερευνηθούν οι δυνατότητες συνεργασίας με την Τουρκία στο πλαίσιο των τρεχουσών και μελλοντικών πολιτικών της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας». Παράλληλα, όμως καλεί την 'Αγκυρα «να άρει τα σοβαρά εμπόδια που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ εταίρων και συμμάχων».

Κυπριακό
Το ΕΚ επαναβεβαιώνει την πάγια θέση του ότι η μόνη λύση στο κυπριακό πρόβλημα είναι μια δίκαιη, συνολική, βιώσιμη και δημοκρατική διευθέτηση, εντός του συμφωνηθέντος πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών, στη βάση μιας δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με ενιαία διεθνή νομική προσωπικότητα, ενιαία κυριαρχία, ενιαία ιθαγένεια και πολιτική ισότητα, όπως ορίζεται στις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, στους συμφωνηθέντες τομείς σύγκλισης και στο πλαίσιο του ΓΓ του ΟΗΕ, καθώς και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις αρχές και αξίες της ΕΕ. Χαιρετίζει τις πρόσφατες πρωτοβουλίες για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, συμπεριλαμβανομένων των άτυπων συναντήσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ το 2025-2026, καθώς και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ταυτόχρονα, καταδικάζει τις μονομερείς ενέργειες της Τουρκίας, όπως η παράνομη εγκατάσταση κατοίκων στα Βαρώσια και ο σφετερισμός περιουσιών Ελληνοκυπρίων, ενώ ζητεί την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από το νησί και τον σεβασμό της Πράσινης Γραμμής. Τέλος, υπογραμμίζει ότι η προοπτική στενότερης συνεργασίας ΕΕ - Τουρκίας εξαρτάται από την πλήρη συμμόρφωση με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης και την εποικοδομητική συμβολή της Άγκυρας στην επίλυση του κυπριακού, συμπεριλαμβανομένης της αποστρατιωτικοποίησης και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο εισηγητής της έκθεσης, Νάτσο Σάνσεθ Αμόρ, δήλωσε ότι «η διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ δεν μπορεί να επανεκκινηθεί υπό τις τρέχουσες συνθήκες». Τόνισε ότι εδώ και 10 χρόνια «περιμένουμε καλά νέα» από την Τουρκία, όμως καταγράφεται «απόλυτη έλλειψη βούλησης» συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές αρχές. Υπογράμμισε ότι «πλέον η Τουρκία είναι μια πραγματικά αυταρχική χώρα» και διερωτήθηκε «τι δουλειά μπορεί να έχει στην ΕΕ μια αυταρχική χώρα», σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι υπάρχει κοινωνία πολιτών που επιθυμεί δημοκρατία και όχι απολυταρχισμό. Τόνισε ότι «δεν θέλουμε να σκοτώσουμε και την τελευταία τους ελπίδα», αλλά ότι το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι προϋποθέσεις για την ΕΕ.

Ο ίδιος, πρόσθεσε ότι είναι αναγκαίο να οικοδομηθεί ένα λειτουργικό πλαίσιο συνύπαρξης με την Τουρκία, όμως σε αυτή την προσπάθεια, η Ελλάδα και η Κύπρος συνιστούν κρίσιμους και αναπόσπαστους πυλώνες της σχέσης. Όπως είπε, τα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας παραμένουν κομβικά, ωστόσο, είναι σαφές ότι εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά ελλείμματα εμπιστοσύνης και αποκλίσεις από τις αρχές της καλής γειτονίας, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν με ουσιαστικ