Μια χιουμοριστική αυτοβιογραφία που δεν ξέραμε ότι χρειαζόμασταν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Πρωταγωνιστεί η σκυλίτσα Ρέιν, η οποία αφηγείται τη ζωή της, την υιοθεσία και την ένταξή της σε μια ανθρώπινη οικογένεια. Γκαφατζού, λίγο τρελιάρα, υπερενθουσιώδης και, κατά τα λεγόμενά της, αριστοκρατικής καταγωγής, γράφει για τις εμπειρίες της σε ένα σπίτι με άλλα ζωάκια και πολλή αγάπη.
Το Φυστίκι ΠουΚυλάει υπογράφει το βιβλίο «Η μικρή τσοπάνα Ρέιν», με το οποίο θα ταυτιστούν όλοι, ανεξάρτητα από το αν έχουν κατοικίδια. Άλλωστε, η Ρέιν δεν είναι απλώς ένας σκύλος. Είναι ιδέα. Και μάλιστα πανανθρώπινη!
Και η αλήθεια είναι πως τα αξιαγάπητα ζωάκια μας, με όλη την αφέλεια και τον ενθουσιασμό τους, είναι ικανά να διδάξουν την αγάπη και την αφοσίωση ακόμα και στον πιο δύστροπο άνθρωπο.
Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:
Ένα μπεζ σκυλάκι αποφασίζει να αυτοβιογραφηθεί. Χωρίς να επιδέχεται λογοκρισία, η Ρέιν ντε Σαλούφ κάθεται μπροστά στον υπολογιστή και καταγράφει τα γεγονότα της συγκλονιστικής ζωής της, ξεκαθαρίζοντας τα πράγματα σχετικά με το γενεαλογικό της δέντρο, τις σχέσεις της με τα υπόλοιπα μέλη του ζωικού βασιλείου και την ερωτική της ζωή, που είναι ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ. Κυριολεκτικά.
Απευθύνεται στο εκστασιασμένο κοινό της, που την αποθεώνει. Για πρώτη φορά στα χρονικά, ένα βιβλίο γραμμένο από έναν σκύλο που μιλάει την παγκόσμια γλώσσα του τσαμπουκά, της τρυφερότητας, του χιούμορ και της ετεροντροπής. Αν κουβαλάγατε και εσείς στην πλάτη σας φορέβερ τον αδερφό σας, που είναι μπούφος, έτσι θα νιώθατε.
Μεγάλη ιστορία… Θα καταλάβετε. Θα νιώσετε. Θα την κεράσετε ένα μεζεδάκι αν τη συναντήσετε στον δρόμο.
Γιατί ΤΟ ΑΞΙΖΕΙ.
Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο:
Μια μέρα, λοιπόν, είχα αναλάβει προσωπικώς μια αρχαιολογική αποστολή υψίστης σημασίας.
Στον κήπο μας, κάτω από μια περιοχή που οι άσχετοι ονομάζουν «παρτέρι», εγώ είχα εντοπίσει (μετά από χρόνιες μελέτες) το πιθανό σημείο ταφής του
Μεγάλου Αλεξάνδρου και άρχισα την ανασκαφή.
Μεθοδικά. Με πάθος, αλλά και με σεβασμό στο εύρημα. Έσκαβα.
Έσκαβα.
Έσκαβα.
Ο Άρης δίπλα έσκαβε επίσης, αλλά χωρίς όραμα, ρε, χωρίς μελέτες να υποστηρίζουν τις ανασκαφές του, τυχάρπαστος. Ποιον τάφο του Μέγα Αλέξανδρου, ούτε τον τάφο της χρυσόμυγας που έφαγε και έχιουεσε χτες δεν μπορεί να βρει, έλα σε παρακαλώ.
Εγώ φανταζόμουν ήδη τους τίτλους των εφημερίδων:
«Σκύλα αριστοκρατικής καταγωγής εντοπίζει τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου σε κήπο της Νοτιοανατολικής Αττικής. Η επιστημονική κοινότητα παραμιλά. Η Ουνέσκο θα της αποδώσει τιμές, προαλείφεται και για Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Κάποιας χώρας, οποιασδήποτε, δεν έχει σημασία».
Ναι, ήμουν λασπωμένη.
Ναι, από μπεζ είχα γίνει σοκολατί. Υγείας, όχι γάλακτος. Κουβερτούρα πηχτή, ρε παιδί μου, είχε αρχίσει να στεγνώνει κιόλας το βρεγμένο χώμα πάνω μου, σαν πήλινο αγγείο Αρχαϊκής Περιόδου του 700 π.Χ. είχα γίνει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ήμουν βρόμικη. Ουσιαστικά ήμουν ένα κτέρισμα, ένα μνημείο πολιτιζμού και τέχνης.
Η μάνα, φυσικά, δεν το κατάλαβε. Τι να καταλάβει, μωρέ, η μόνη ιστορία που αντιλαμβάνεται είναι τα ιστορικά κλαμπ του 1999, το La Mamounia και το +Soda.
Βγήκε έξω, με είδε και έβγαλε έναν ήχο που δεν ανήκε στην ανθρώπινη γλώσσα. Κάτι ανάμεσα σε γλάρο και έκρηξη ηφαιστείου.
«ΡΕΕΕΕΕΕΕΪΝ!»
Εγώ στάθηκα αγέρωχη. Με λάσπη μέχρι τη σπλήνα. Μέχρι το σιγμοειδές του εντέρου κι ένα κλαδί λεμονιάς στο στόμα, διότι νωρίτερα είχα καταφέρει να κατεβάσω από το δέντρο ένα ολόκληρο κλαρί φουλ στα λεμόνια και να το σύρω μέχρι τη μάνα για να της δείξω την προσφορά μου προς το νοικοκυριό.
Αντί να με ευχαριστήσει, οριακά λιποθύμησε. Επειδή λέει έσκαψα τα έγκατα της Γης και ξερίζωσα ένα δέντρο, άκου κάτι υπερβολές τώρα, άκου!
Και πίσω της, ο Άρης είχε κάνει τον Αλέκο.
«Δεν ξέρω. Δεν είδα. Ντεν μιλάω ελλήνικος». Ο σουπιάς! Κρυμμένος πίσω από τη μάνα, με την ανάσα του να καταλήγει σε μέρη του κορμιού της σκοτεινά και δύσβατα, έκανε πως δεν είχε καμία σχέση με το έγκλημα.
Το έγκλημα που, να σημειώσουμε, δεν ήταν έγκλημα όπως προείπα. Ήταν επιστημονική έρευνα.
Τέλος πάντων, η μάνα αποφάσισε ότι πρέπει να πλυθώ.
Σωστό ως ιδέα, οκ, της το δίνω. Δεν έκανε λάθος. Αλλά ο τρόπος, ρε φίλε, έχει σημασία. Η διαδικασία έχει σημασία. Το πρωτόκολλο έχει σημασία.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που με υπέβαλαν σε τούτο το μαρτύριο, ήταν όμως η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Μία φορά σ' το συγχωρώ. Δεύτερη φορά... ετοιμαστείτε να αντιμετωπίσετε τη μήνιν μου!
Κρίνεις πως ζέχνω; Οκ, το ακούω. Μια κυρία δεν «πλένεται».
Μια κυρία δέχεται περιποίηση.
Έρχεται προσωπικό, ανάβουν κεριά, παίζει χαμηλά θεραπευτική θιβετιανή μουσική, ακούγονται μάντρα, υπάρχει πετσέτα ζεστή, νερό σε θερμοκρασία ψυχικής αποδοχής, και ένας θεραπευτής ολιστικής προσέγγισης να προτείνει:
«Madame, να περάσουμε λίγο conditioner στην ουρά;»
Αντ’ αυτού, η μάνα με πήρε σχεδόν σηκωτή και προσπάθησε να με χώσει στην μπανιέρα.
Στην μπανιέρα, ρε. Εμένα.
Σαν να είμαι ποδοσφαιρική φανέλα μετά από ντέρμπι. Σαν να είμαι κουρτίνα κουζίνας.
Σαν να είμαι πατάτα με χώματα.
Βάλε με και στο πλυντήριο, ρε, στους 60, με ενισχυτικό πλυσίματος και πρόπλυση, αλίμονο, ό,τι σε διευκολύνει, μαμά! Νο πρόμπλεμ, ρε, τι είμαι, ΜΗΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΕΜΨΥΧΟ ΟΝ; Ούτε καν, πατσαβούρι είμαι. Ε; Ε; Ε; ΜΑΜΑ;
Έβαλα τα τέσσερα πόδια σε τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις, άνοιξα σαν άγκυρα και κόλλησα στην κάσα της πόρτας. Η μάνα τραβούσε, εγώ αντιστεκόμουν. Εκείνη έλεγε
«Έλα, μωρέ αγάπη μου, δεν θα πάθεις τίποτα», λες και οι πιο μεγάλες καταστροφές στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν ξεκίνησαν με κάποιον να λέει «δεν θα πάθεις τίποτα».
Δεν την εμπιστεύτηκα. Και καλά έκανα.
Διότι κάποια στιγμή με έβαλε μέσα. Για τρία δευτερόλεπτα.
Μετά πέταξα. Έχει φτεράαααααα! Δεν ξέρω πώς.
Δεν γνωρίζω αν ενεργοποιήθηκε κάποιο αρχαίο ένστικτο των Ντε Σαλούφ, αν ο προπάππους μου από το Τατόι έσπρωξε την ψυχή μου προς την ελευθερία, αν ο Μέγας Αλέξανδρος από τον μισοσκαμμένο του τάφο μου είπε «Φύγε, τέκνον μου, δεν ήρθε η ώρα σου».
Πάντως έφυγα. Πήδηξα από την μπανιέρα, γλίστρησα στο χαλάκι, τίναξα λάσπη στον τοίχο, πέρασα κάτω από τα χέρια της μάνας, εκείνη φώναξε «ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ», εγώ βγήκα στον διάδρομο, ο Άρης άρχισε να τρέχει γιατί είδε κίνηση και σκέφτηκε
«πάρτι», ο Στούκας πετάχτηκε στη μέση σαν τρελαμένος κομπάρσος που θέλει κι αυτός να μπει στο πλάνο, η Κάρεν έκανε «χουυυυ», έτσι από μόνη της, χωρίς λόγο και αιτία, η Τετάρτη λιποθύμησε, δεν αντέχει τόση ένταση. Ο Μαξ γύρισε πλευρό. Η Ρίτα είπε: «Τώρα εγώ αυτό το βλέπω πρώτη φορά ή είναι déjà vu, νιώθω πως το σκηνικό έχει επαναληφθεί 124 φορές στη ζωή μου».
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Ακροβάτης μεταξύ μυθοπλασίας και αληθινής ζωής, όπως τη ζω εγώ, όπως την ακούω από άλλους, όπως τη βλέπω, την αγγίζω, τη μυρίζω, τη γεύομαι. Αναπνέω από τα δάχτυλα που πληκτρολογούν. Οι λέξεις μου είναι οι ανάσες μου. Και αυτό είναι που θέλω να ξέρεις κυρίως για μένα.