Στις 6 Αυγούστου 1961 η ζωή στο Λυγουριό είχε αποκτήσει απρόσμενη ζωντάνια, καθώς οι υψηλοί καλεσμένοι είχαν αρχίσει να καταφθάνουν σε ένα μέρος που δεν είχε βιώσει ποτέ μέχρι τότε αντίστοιχη περίσταση: άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη του κόσμου κατέφθαναν στον ιερό χώρο του Ασκληπιού και της Επιδαύρου για να δουν ένα έργο που έμελλε να γράψει ιστορία. Η «Μήδεια» του Κερουμπίνι θα γίνει μία από τις εμφανίσεις που σφράγισαν την καριέρα της Κάλλας, συνδυάζοντας το διεθνές της εκτόπισμα με την ελληνική σφραγίδα και επαναφέροντάς την στην Εθνική Λυρική Σκηνή.
Ακόμα και η θαλαμηγός του Ωνάση, που ήταν αραγμένη στη μικρή Επίδαυρο, ήταν μικρή λεπτομέρεια μπροστά στη μεγαλοπρέπεια της μεγάλης ντίβας - ούτε καν η απουσία του από ένα τέτοιο γεγονός, καθώς θα την περίμενε λίγες μέρες αργότερα στην Αθήνα, δεν συζητήθηκε από τις εφημερίδες που ήταν όλες αφιερωμένες στην παράσταση. «Μεγάλη σαν τον Γκρέκο», είχε πει γι’ αυτήν ο σπουδαίος Γιάννης Τσαρούχης, που υπέγραφε τα σκηνικά· «μοναδικό παράδειγμα στο μελόδραμα», είχε σχολιάσει αμέσως μετά την πρεμιέρα η Κατίνα Παξινού. Δεκαεπτά χιλιάδες θεατές που είχαν κατακλύσει το θέατρο και άλλοι τόσοι που είχαν μείνει απέξω ήταν το απαραίτητο συμπλήρωμα μιας απίστευτης επιτυχίας, που είχαν την τύχη να δουν από κοντά χιλιάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων ο πρίγκιπας Μιχαήλ και ο τότε Ελληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Η αξέχαστη βραδιά
Η «Μήδεια» της Κάλλας δεν ήταν μόνο μια αξέχαστη παράσταση που συγκέντρωσε στην Επίδαυρο και την Ελλάδα το διεθνές ενδιαφέρον, συνδυάζοντας τον κοσμοπολιτισμό, που μετά τα δύσκολα χρόνια του Πολέμου αναζητούσε η χώρα, με την ελληνική τραγωδία σε μια ελληνική παραγωγή. Ηταν το έργο που έκανε την Κάλλας να δηλώσει για πρώτη φορά «ευτυχισμένη». Το σημαντικότερο όλων, όμως, είναι ότι η ερμηνεία της αυτή θα άνοιγε μια ρωγμή στο ρεπερτόριο, μετατρέποντας τη σπουδαία λυρική ντίβα σε αυτό που ήταν πάντα: ένας ζωντανός μύθος. Αν λοιπόν η πρώτη της ιταλική «Μήδεια», το 1953 στη Φλωρεντία υπό τον Βιτόριο Γκουί, άλλαξε τα δεδομένα και η ενσάρκωσή της με τον Λουκίνο Βισκόντι και τον Λέοναρντ Μπερνστάιν στη Λα Σκάλα (1953/55) επαναπροσδιόρισε τα όρια μεταξύ τραγικού θεάτρου και όπερας, ήρθε η Ελλάδα και η Επίδαυρος για να γίνει η κατεξοχήν «Μήδεια» της Κάλλας.
Οποιο βιβλίο γραμμένο για εκείνη κι αν ανοίξει κανείς, όποιο αφιέρωμα κι αν διαβάσει, θα δει φωτογραφίες από αυτή την παράσταση. Ολοι έχουν να αφηγηθούν τις δικές τους ιστορίες για το πώς η ίδια είχε οραματιστεί τον ρόλο, καταφθάνοντας έναν χρόνο πριν στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Ηταν τότε που ανέβασε τη «Νόρμα» του Μπελίνι σε ένα εξίσου κατάμεστο θέατρο, με παρόντες τον Ωνάση, τη Βουγιουκλάκη και την Παξινού - όλοι αποθέωναν την ντίβα στην πρώτη σειρά των μαρμάρινων εδωλίων.
Η Κάλλας εκείνη τη νύχτα είχε κατακτήσει τη σκηνή της Επιδαύρου -με την οποία αναμετρώνται λίγοι ηθοποιοί- καταφέρνοντας να γεμίσει τον χώρο με τη φωνή που έσπρωχνε έκτοτε την όπερα έξω και πέρα από το διακοσμητικό της περίβλημα. Ηταν η αρχή για να ακολουθήσει, έναν χρόνο μετά, η θρυλική «Μήδεια» από την ΕΛΣ και η ίδια η Κάλλας να γράψει, πραγματικά, Ιστορία.

Ολα είχαν ξεκινήσει με τη συνεργασία της Κάλλας με τον Αλέξη Μινωτή, ο οποίος είχε αναλάβει τη σκηνοθεσία, και τον Γιάννη Τσαρούχη στα σκηνικά για τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι που είχαν ανεβάσει στο Ντάλας. Αλλά στη συγκεκριμένη παράσταση στην Επίδαυρο η συνεργασία ήταν καταλυτική, σχεδόν μοιραία. Αποκαλυπτικά και άκρως ενδεικτικά είναι τα τεκμήρια της εποχής - οι φωτογραφίες, οι αποσπασματικές ηχογραφήσεις, οι μαρτυρίες εφημερίδων.
Εκεί διαβάζει κανείς για το κοινό που ανέβηκε με πούλμαν και λεωφορεία χωμάτινους δρόμους, για τα φορέματα που έσερναν τη σκόνη από τους ανύπαρκτους τότε δρόμους, για την αμηχανία μπροστά σε μια όπερα τοποθετημένη στη μήτρα του αρχαίου δράματος. Και ύστερα ήρθαν οι μεγάλοι τίτλοι. «Η Κάλλας έκανε τη Μήδεια ελληνική», έγραφε μια εφημερίδα, και όσο παράδοξος κι αν ακούγεται σήμερα ο τίτλος, προφανώς εννοούσε ότι ο ξένος ήχος συνάντησε την καταγωγή του και την έκανε να μιλήσει στο παρόν.
Η Κάλλας ήταν η πρώτη που εκσυγχρόνισε τη «Μήδεια», φέρνοντάς την απόλυτα στα μέτρα της και βάζοντας την προσωπική της σφραγίδα. Από αυτή τη θρυλική στιγμή η «Μήδεια» του Κερουμπίνι απέκτησε μια διπλή ζωή. Η «εκδοχή Κάλλας» καθιέρωσε την ιταλική δραματουργική ραχοκοκαλιά, ώσπου η φιλολογική αποκατάσταση των τελευταίων δεκαετιών επανέφερε την αρχική γαλλική μορφή με τους ζωντανούς διαλόγους - με ορισμένους μαέστρους, ωστόσο, να επιλέγουν υβριδικές λύσεις.
Ομως, όποια εκδοχή κι αν ακολουθήσει κανείς, θα περάσει μέσα από εκείνη την πρώτη, απογυμνωμένη «Μήδεια» του 1961. Αυτό είναι το χρέος και το βάρος που σηκώνει σήμερα η Εθνική Λυρική Σκηνή όταν δηλώνει ότι «επιστρέφει» στην Επίδαυρο - όχι μόνο συμβολικά, αλλά ηθικά και αισθητικά, γνωρίζοντας απόλυτα ότι φόρος τιμής δεν σημαίνει μίμηση.
Οταν η ΕΛΣ επιλέγει σκηνοθετικές, εικαστικές λύσεις που μοιάζουν με εργονομία μνήμης, συνταιριασμένες σε κάθε λεπτομέρεια με εκείνη την αρχική αναπαράσταση, δεν αναπαριστά την παράσταση του ’61, αλλά συνομιλεί με τον κανόνα της. Γι’ αυτό και δεν μιλάμε για συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά για μια αφετηρία και ένα δώρο προς το μέλλον.
Τι θα δούμε
Η Λυρική, σήμερα, παίρνει αυτό το δώρο της δικής της κληρονομιάς και το αντιστρέφει, μιλώντας για «ανασύνθεση» της ιστορικής «Μήδειας» με τα ίδια μυθικά κοστούμια του Τσαρούχη, την αξεπέραστη σκηνοθεσία του Μινωτή και την εμβληματική χορογραφία της Μαρίας Χορς. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα εισιτήρια της θρυλικής παράστασης που εγκαινιάζει -ως είθισται με τη Λυρική- το πρόγραμμα των φετινών Επιδαυρίων έχουν εξαντληθεί ήδη από την έναρξη της προπώλησης, τον περασμένο Φεβρουάριο.
Η «Μήδεια», λοιπόν, επιστρέφει ως ζωντανός μύθος: 65 χρόνια μετά από εκείνη την παράσταση της Επιδαύρου, με το κορυφαίο έργο του Κερουμπίνι να φωτίζεται ξανά από το νευρικό ρεύμα ενός αρχαίου θεάτρου και μιας σύγχρονης επαναφοράς που αποδεικνύει ότι κάθε εποχή έχει τη δική της «Μήδεια».
Κι όμως, για να καταλάβεις το τώρα, πρέπει να επιστρέψεις στο τότε. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Λουίτζι Κερουμπίνι γράφει τη «Μήδεια» (Médée) στα γαλλικά, ένα έργο-υβρίδιο ανάμεσα στην opéra-comique και την πρόδρομη δραματική όπερα με εκτενές λιμπρέτο. Για περισσότερο από έναν αιώνα το έργο ακολουθεί μια λαβυρινθώδη διαδρομή: μεταφράσεις, περικοπές, προσαρμογές. Η περίφημη ιταλική εκδοχή του 1909 από τον Κάρλο Τζανφράνκο/Λάτσι (συχνά αποδιδόμενη στον Φραντσέσκο Λουτσιάνο ή στον Ερνέστο Λαβινιάνο) αντικαθιστά τους ομιλούμενους στίχους με ρετσιτατίβα του Φραντσέσκο Σολόνικα ή του Ερνέστ Γκιρόν (οι πηγές διαφωνούν), κλειδώνοντας για δεκαετίες μια «ιταλοποιημένη» «Μήδεια» που ανασαίνει διαφορετικά από τη γαλλική μήτρα.
Αυτή είναι η εκδοχή που θα συναντήσει η Κάλλας. Γιατί η Κάλλας δεν τραγούδησε απλώς τη «Μήδεια»: την επαναχάραξε στη συλλογική μνήμη. Σε αυτό συνέβαλε ακριβώς το εύρος της «Μήδειας» του Κερουμπίνι, το οποίο ταίριαξε απόλυτα με το κλίμα μιας μεταπολεμικής Ευρώπης, όπου η μουσική βρήκε δεύτερη ζωή επειδή εξηγούσε έναν κόσμο γεμάτο ρωγμές. Η Κάλλας αναγνώρισε αμέσως την οικονομία της: έκοψε τα περιττά στο σώμα της φωνής, μιλώντας με το μέταλλο και τον αέρα.

Σήμερα, η ΕΛΣ φαίνεται να αναγνωρίζει την ίδια ανάγκη επιζητώντας να καταγράψει, όχι να εξωραΐσει. Να μας θυμίσει αυτή την παράσταση που άφησε εποχή. Σε αυτό υπόσχεται να μας ταξιδέψει όχι μόνο μέσα από την παράσταση, αλλά και την έκθεση «Σημείο Κάλλας» στον περιβάλλοντα χώρο του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου από τις 18 έως τις 21 Ιουνίου, σε επιμέλεια του σπουδαίου σκηνογράφου Διονύση Φωτόπουλου και με τη σύγχρονη εικαστική γλώσσα του Παντελή Μάκκα.
Μέσα από αυτά το κοινό θα μπορέσει να περιηγηθεί σε στιγμές και σπαράγματα από την προετοιμασία της παράστασης, να ανακαλύψει εκ νέου τη μορφή της Κάλλας μέσα από σπάνιο φωτογραφικό υλικό και, τέλος, να βιώσει μια εικαστική σύνθεση που αποτελεί βιωματική προσέγγιση της ιστορικής εκείνης παράστασης, καθώς ο Διονύσης Φωτόπουλος υπήρξε μέλος εκείνης της αξέχαστης δημιουργικής ομάδας ως βοηθός του Γιάννη Τσαρούχη. Δεν θα λείψουν και οι εκπλήξεις, όπως οι τεράστιες LED οθόνες που θα τοποθετηθούν γύρω από το Αρχαίο Θέατρο, αφηγούμενες πέντε διαφορετικές θεματικές ενότητες, αλλά και μια ειδική κατασκευή, πάνω στην οποία προβάλλονται οι εικαστικές συνθέσεις από το αρχειακό υλικό που σώζεται από την παραγωγή της «Μήδειας».
Στη διαδρομή προς την είσοδο του Αρχαίου Θεάτρου θα ακούγεται η φωνή της Κάλλας μέσα από μια ειδική ηχητική εγκατάσταση που θα έχει στηθεί στον χώρο. Μιλώντας σχετικά με την έκθεση, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης επισημαίνει: «Από τις πρώτες μας επισκέψεις στην Επίδαυρο για την προετοιμασία της “Μήδειας”, η παρουσία και η μνήμη της Κάλλας στο Αρχαίο Θέατρο ήταν κάτι περισσότερο από κυρίαρχες. Εχοντας ως βασικό γνώμονα να τιμήσουμε τη μνήμη της θρυλικής Ελληνίδας σοπράνο που άλλαξε την τέχνη της όπερας, αποφασίσαμε να αναλάβουμε το καλλιτεχνικό ρίσκο της ανασύνθεσης της ιστορικής “Μήδειας” του 1961, την οποία σημάδεψε με την υψηλή τέχνη της.
Οσο η έρευνα και η μελέτη του αρχειακού υλικού προχωρούσαν, όσο η μορφή της Κάλλας ήταν μαζί μας, τόσο η ιδέα μιας έκθεσης για την αξεπέραστη τραγωδό και την ιδανική ερμηνεύτρια του Κερουμπίνι επανερχόταν διαρκώς. Η αποδοχή του Διονύση Φωτόπουλου -του κορυφαίου σκηνογράφου και στενού συνεργάτη του Γιάννη Τσαρούχη- να αναλάβει την επιμέλεια, φέρνοντας στο φως τη δική του βιωματική εμπειρία, ήταν το σημείο εκκίνησης. Οι σπουδαίες συλλογές που έχει πλέον στην κατοχή του το αρχείο της ΕΛΣ -με πιο πρόσφατη την απόκτηση της πολύτιμης συλλογής του Νίκου Πετσάλη-Διομήδη-, αλλά και η συνεργασία μας με το Αρχείο Κατίνας Παξινού και Αλέξη Μινωτή από το ΜΙΕΤ-ΕΛΙΑ ήταν η βάση πάνω στην οποία θεμελιώθηκε η έκθεση.
Οι συντελεστές
Σημαντικό είναι ότι στον ρόλο θα δούμε μια Ιταλίδα με αντίστοιχο εύρος, όπως η δραματική υψίφωνος Αννα Πιρότσι, η οποία έκανε το ντεμπούτο της στον ρόλο στην παραγωγή της ΕΛΣ το 2023, ενώ τον ρόλο του Ιάσονα θα ερμηνεύσει ο διακεκριμένος Γάλλος τενόρος Ζαν-Φρανσουά Μποράς, που έχει κάνει εμφανίσεις στις κορυφαίες όπερες του κόσμου. Στον ρόλο του Κρέοντα θα ντεμπουτάρει ο Τάσος Χριστογιαννόπουλος, ενώ τη Νέρ(ε)ιδα θα αναλάβει η Ρωσίδα μεσόφωνος Αλίσα Κολόσοβα, που τη θυμόμαστε από τη «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ» τρία χρόνια πριν.
Την Ορχήστρα της ΕΛΣ θα διευθύνει ο διεθνώς καταξιωμένος αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ, ενώ τη βαριά αποστολή της ανασύστασης των αυθεντικών κοστουμιών της θρυλικής παραγωγής ανέλαβε η ενδυματολόγος Τότα Πρίτσα και των σκηνικών του Γιάννη Τσαρούχη η Λίλη Πεζανού. Τέλος, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο βαθύς γνώστης της παρουσίας της Κάλλας στην όπερα Παναγής Παγουλάτος.